Όλοι στον υπόνομο!!!

BROXH 004.jpgΕίναι θλιβερές οι μέρες της βροχής. Θλιβερές καθώς περιχαρακώνουν τον χρόνο που υψώνεται γύρω μου. Φίλος ή εχθρός μου ο χρόνος; Αναρωτιέμαι. Παγώνουν τα πολλαπλά μου πρόσωπα στους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης. Περιπολώ τα βράδια παρέα με μια λάθρα μετανάστευση στο εδώ και στο εκεί στα μεγάλα πεζοδρόμια της μοναξιάς και της προσφυγιάς μου. Φύλλα φθινοπωρινά τα μάτια μου, επεξεργάζονται τις εικόνες μιας λευκής Κυριακής που σβήνει καθώς ο πόνος κι ο πόλεμος σκουληκιάζουν μέσα μου. Σέρνονται τα όνειρά μου μέσα στις φλέβες μου.

Θεατής ενός κόσμου που παραπαίει. Θεατής ενός κόσμου που προσπαθεί να ξεφύγει από τον πάτο του βάλτου. Συνδέομαι με τον παγκόσμιο ηλεκτρονικό ιστό μέσω του Outllok (κοίτα έξω), για να δω πέρα από το σώμα μου. Με κατακλύζουν χιλιάδες ηλεκτρονικά μηνύματα, που με καλούν ν' ακολουθήσω σ' έναν κόσμο άγνωστο σ' εμένα. Μου υπόσχονται τα χίλια μύρια όνειρα. Μου υπόσχονται πραγματοποίηση των επιθυμιών μου. Μου υπόσχονται εύκολο έρωτα και σεξουαλικά βοηθήματα. Μου προτείνουν ν' αγοράσω μια βίζα για την Αμερική, τη χώρα των ονείρων και της πραγματοποίησης μιας «ελεύθερης» ζωής. Μου πωλούν πτυχία από πανεπιστήμια, μου πωλούν τη δυνατότητα να τύχω καλύτερων προοπτικών σ' έναν κόσμο που από μακριά φαντάζει όμορφος.

«Βρισκόμαστε όλοι στον υπόνομο, αλλά μερικοί από εμάς κοιτάνε τ' αστέρια», έγραφε κάποτε ο μεγάλος ποιητής Όσκαρ Ουάιλντ. Άραγε αυτό κάνει κάποιους ανθρώπους να ξεχωρίζουν; Οι πόλεις μπορεί να υψώνονται στον ουρανό όλο και περισσότερο, αλλά εμένα μου μοιάζουν τεράστια χέρια που προσπαθούν να κρατηθούν από κάπου, για να μη βουλιάξει το σώμα της πόλης. Μαζί της κι εμείς. Είναι η αγωνία μας να υψωθούμε προς κάτι πιο πάνω από το κεφάλι μας.

Το μυρμήγκι στον μύθο του Αισώπου που μαζεύει την τροφή του και την αποθηκεύει σε λαγούμια μέσα στο χώμα, είναι το πρότυπο μιας αποταμίευσης για το μέλλον. Όμως το μυρμήγκι παραμένει μέσα στο χώμα χωρίς να μπορεί να έχει μια διαφορετική άποψη του κόσμου του. Ο τζίτζικας, είναι ο ρέμπελος της υπόθεσης. Όλη μέρα στο τραγούδι και τον αέρα από δέντρο σε δέντρο. Όμως ο τζίτζικας μπορεί και πετά. Ο τζίτζικας μπορεί να έχει μια διαφορετική άποψη για τον κόσμο από αυτήν του μυρμηγκιού.

Οι έγχρωμες οθόνες κλέβουν τα μάτια μου και με οδηγούν μακριά από μένα. Παράταιρος μοιάζω σ' έναν κόσμο που δεν με αφομοιώνει. Προσπαθώ να πετάξω όπως ο τζίτζικας, αλλά δεν ξέρω να τραγουδώ. Προσπαθώ να αποταμιεύσω όπως το μυρμήγκι, αλλά σιχαίνομαι το χώμα που με πλακώνει. Μετέωρος, αναζητώ λεκτικά σχήματα για να εκφράσω την αγωνία μου. Πρέπει να σπάσω τα τείχη που με πλακώνουν για να πολεμήσω τη βαρβαρότητα που με περιβάλλει.

Καθημερινός αναχωρητής στο είδωλο μιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας!

Καταχωρητές μνήμης!

58GF0002.jpgΞΥΠΝΩ κάθε πρωί , έτοιμος ν' αφομιώσω τη ζωή. Έτοιμος ν' ανοίξω το μυαλό μου όπως ανοίγουν τα παράθυρα οι νοικοκυρές ν' αερίσουν το σπίτι το πρωί, για να δεχθώ το φως της νέας ημέρας, τους ήχους, τις εικόνες, τα γεγονότα. Ν' αφήσω τα πόδια μου να κινηθούν, να προσαρμοστούν στον ασφαλτοτάπητα τής πόλης μου. Να δεχθώ τους ερεθισμούς όσων βλέπουν τα μάτια μου και όσο ακούν τ' αυτιά μου και να τ' αφομοιώσω ως παθητικός καπνιστής!

Στην εποχή μας, τίποτα δεν είναι παράξενο. Είμαστε έτοιμοι για όλα. Είμαστε έτοιμοι να δούμε τα πάντα, ακόμα και όσα δεν πιστεύουμε, ενδόμυχα, ότι πρόκειται να συμβούν. Προσφιλής μας έκφραση το: «είναι θέμα χρόνου», προσδιορίζει τις μέρες μας. Ως φασματογράφοι, αποτυπώνουμε με περίσσια δεκτικότητα τα συμβάντα και προσπαθούμε να τ' αναλύσουμε, ο καθένας με τις δικές του, αντικειμενικές ή όχι, αξίες.

Τα πάντα μοιάζουν να καταρρέουν γύρω μας. Από τη δυνατότητα οικονομικής κάλυψης των προσωπικών και οικογενειακών αναγκών του καθενός, μέχρι τις ανάγκες κάλυψης των ψυχικών μας αποθεμάτων. Από τις καθημερινές πολιτιστικές μας ανάγκες, μέχρι τις ανάγκες κάλυψης των θρησκευτικών μας ανησυχιών. Ήθη και αξίες συνεχώς κατρακυλούν, ενώ καταβάλλονται τεράστιες προσπάθειες να κρατηθούν εν ζωή, όσο ακόμα αυτό είναι δυνατόν, πολιτιστικές παραδόσεις, ήθη και αξίες, έθιμα των προγόνων μας, διάφορες δοξασίες, όχι τόσο επειδή θα πρέπει να τα θυμόμαστε ως ...νεότεροι Καταχωρητές μνήμης, αλλά μόνο επειδή τα έχουμε ανάγκη, προκειμένου να προσδιορίζουμε καθημερινά το Είναι μας και το Εγώ μας, τον τόπο προέλευσής μας, την Ύπαρξή μας, και το σπουδαιότερο, να έχουμε ένα σταθερό αποκούμπι σε κάτι που πιστεύουμε ότι είναι στέρεο και καλά θεμελιωμένο στη Γη που μας φιλοξενεί.

Η πραγματικότητα βεβαίως είναι διαφορετική. Όπως τουλάχιστον πιστεύει ο υπογράφων το κείμενο αυτό, ζούμε σε μια εποχή όπου, ναι, όλα καταρρέουν και διαλύονται. Και όχι, γιατί, θα πρέπει να φταίνε κάποιοι γι' αυτό, αλλά γιατί είναι ένα από τα φαινόμενα της σύγχρονης, της υπερ-τεχνολογικά αναπτυγμένης εποχής μας. Όλος ο κόσμος μοιάζει σαν μια μεγάλη πόλη κι αυτό είναι μάλλον κάτι που δεν μπορούμε ν' αποφύγουμε.

Όμως, θέλω να πιστεύω ότι όλη αυτή η κατάσταση κάπου θα σταματήσει κάποια στιγμή. Όλη αυτή η κατάσταση της φαινομενικής πτώσης των ηθών και των αξιών, της διάλυσης της σταθερότητας που διαβιούμε, δεν είναι παρά μια μεταβατική περίοδος που θα οδηγήσει σε κάτι άλλο. Σε κάτι διαφορετικό. Όχι αναγκαστικά σε κάτι καλύτερο από αυτό που ζούμε τώρα, αλλά ούτε αναγκαστικά και σε κάτι χειρότερο. Δεν το ξέρουμε. Ο καθένας μόνο υποθέσεις μπορεί να κάνει γι' αυτό που μοιάζει να έρχεται από μακριά, χωρίς ακόμα ν' ακούγονται τα βήματά του!

Ρωγμές σε επιτοίχιο ημερολόγιο

MIXALHS.jpgΙστορίες ξεχασμένες στον τοίχο οι ημέρες του ζεστού καλοκαιριού που αφήσαμε πίσω μας, καθώς το γλυκό αεράκι του Σεπτέμβρη ξεφυλλίζει το ωρολόγιο σχολικό πρόγραμμα. Σεπτέμβριος και νοσταλγία πάνε μαζί, λένε. Ο καιρός αλλάζει συνεχώς προς το φθινόπωρο. Οι βροχές θα μαζέψουν πάλι την προβληματική μας καθημερινότητα και θα μας πλημμυρίσουν με τις χειμωνιάτικες δυσκολίες που πλησιάζουν.

Σημειώσεις στο ημερολόγιο μιας επίπεδης καθημερινότητας η ζωή μας. Μια μεγάλη και μονότονη ευθεία, χωρίς σκαμπανεβάσματα, προβλέψιμη, δεδομένη και ανιαρή. Ξυπνάμε, ντυνόμαστε, πίνουμε καφέ, μπαίνουμε στο αυτοκίνητο, πάμε στη δουλειά μας, τρώμε, κοιμόμαστε, βλέπουμε φίλους. Αντίγραφο της χθεσινής ημέρας που ετοιμάζουμε για την επόμενη. Κινήσεις και χειρονομίες ίδιες όπως τις έμαθε και τις απομνημόνευσε το σώμα μας. Σταθερές, χωρίς να ξεφύγουμε χιλιοστό. Οι τρόποι μας, μας χαρακτηρίζουν. Το σώμα μας μιλάει καθώς περπατάμε, τρώμε, βλέπουμε, κάνουμε έρωτα. Έχουμε μάθει τόσο καλά να κάνουμε τα ίδια καθημερινά, αυτοματοποιημένα, που αυτό μάς αρέσει. Συνηθίζουμε, ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύουμε.

Δεν μας ενοχλεί, γιατί μάθαμε να το δεχόμαστε, να το αγαπάμε, να το μισούμε, να το αποδιώχνουμε και να το αποζητάμε να γυρίσει πίσω. Μοιάζει να κινούμαστε σε μια επιφάνεια λεία, να γλιστράμε απαλά, να πλέουμε νωχελικά στην ύπαρξη της μέρας, στο χάδεμα του ήλιου, στο γλυκό φως του φεγγαριού χωρίς εμπόδια. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε.

Γιατί, κάπου εκεί, καραδοκούν οι ρωγμές και η τραχιά επιφάνεια. Κάπου εκεί, ένας θόρυβος, ένα λοξό κοίταγμα του ματιού, μια διαφορετική οπτική γωνία, μια βαθύτερη ανάσα, ένα διαφορετικό φως, ένα ατύχημα, ένα κρακ, αρκούν, για να αποκαλύψουν τις ρωγμές που ποτέ δεν μπορούσαμε να δούμε. Τις ρωγμές που είναι εκεί και ελλοχεύουν. Και απότομα ανακαλύπτουμε ποιοι είμαστε και ποιοι δεν είμαστε. Ανακαλύπτουμε ποιοι θα θέλαμε να είμαστε και ποιοι δεν θα θέλαμε να είμαστε. Ανακαλύπτουμε ένα απερίτεχνο λευκό φως, ένα διαφορετικό επίπεδο στο οποίο χρειάζεται να σκαρφαλώσουμε για να το φτάσουμε. Ήχοι που ποτέ δεν ακούσαμε. Εικόνες που δεν θέλαμε να πιστέψουμε ότι υπήρχαν. Νέες διαστάσεις ξεπροβάλλουν και πρέπει να τις εξερευνήσουμε. Νέες επιφάνειες που ψηλαφούμε, όπως μια ξεραμένη πληγή στο σώμα μας. Είναι οι ρωγμές που ανοίγονται γύρω μας και μας φανερώνονται. Και αίφνης καλούμαστε να κοιτάξουμε μέσα τους.

[Ζω σαν να είμαι για την ψυχή μου ένα μοναστήρι, και για τον εαυτό μου ένα στεγνό φθινόπωρο πάνω από εκτάσεις έρημες, όπου μοναδικό δείγμα ζωής είναι μια ζωντανή ανταύγεια, σαν ένα φως που σιγοσβήνει, πάνω από την ομιχλώδη σκοτεινιά των βάλτων, χωρίς άλλη προσπάθεια και χρώμα από μια λάμψη βιολετιά εξορία του ήλιου που βασιλεύει πάνω από τις βουνοκορφές], γράφει ο Πορτογάλος Φερνάντο Πεσσόα στο «Βιβλίο της Ανησυχίας».

Ταξίδευα ένα βράδυ Σαββάτου με τη μοτοσυκλέτα στο πλάι μιας λίμνης. Κι είχε μια ολόλευκη μεγάλη πανσέληνο που γυάλιζε στα ρυτιδιασμένα από το απαλό αεράκι νερά της λίμνης. Μια γλυκιά φθινοπωρινή αύρα στα μέσα του Σεπτέμβρη που μου 'παιρνε το μυαλό. Μια εικόνα που μου 'δειχνε τη συνεχή μεταμόρφωση της μονότονης καθημερινότητας, που αναδείκνυε τις ρωγμές μου στο λαμπύρισμα των νερών, που μου επέβαλε την επιστροφή στον εαυτό μου, που μου θύμισε ότι δεν ήμουν παρά ένα ανώνυμο κομμάτι μιας ημέρας που μόλις είχε δύσει και προετοιμαζόταν για την επόμενη.

[ΑΥΤΟ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ]