Είναι θλιβερές οι μέρες της βροχής. Θλιβερές καθώς
περιχαρακώνουν τον χρόνο που υψώνεται γύρω μου. Φίλος ή εχθρός μου
ο χρόνος; Αναρωτιέμαι. Παγώνουν τα πολλαπλά μου πρόσωπα στους
πολυσύχναστους δρόμους της πόλης. Περιπολώ τα βράδια παρέα με μια
λάθρα μετανάστευση στο εδώ και στο εκεί στα μεγάλα πεζοδρόμια της
μοναξιάς και της προσφυγιάς μου. Φύλλα φθινοπωρινά τα μάτια μου,
επεξεργάζονται τις εικόνες μιας λευκής Κυριακής που σβήνει καθώς ο
πόνος κι ο πόλεμος σκουληκιάζουν μέσα μου. Σέρνονται τα όνειρά μου
μέσα στις φλέβες μου.
Θεατής ενός κόσμου που παραπαίει. Θεατής ενός κόσμου που προσπαθεί να ξεφύγει από τον πάτο του βάλτου. Συνδέομαι με τον παγκόσμιο ηλεκτρονικό ιστό μέσω του Outllok (κοίτα έξω), για να δω πέρα από το σώμα μου. Με κατακλύζουν χιλιάδες ηλεκτρονικά μηνύματα, που με καλούν ν' ακολουθήσω σ' έναν κόσμο άγνωστο σ' εμένα. Μου υπόσχονται τα χίλια μύρια όνειρα. Μου υπόσχονται πραγματοποίηση των επιθυμιών μου. Μου υπόσχονται εύκολο έρωτα και σεξουαλικά βοηθήματα. Μου προτείνουν ν' αγοράσω μια βίζα για την Αμερική, τη χώρα των ονείρων και της πραγματοποίησης μιας «ελεύθερης» ζωής. Μου πωλούν πτυχία από πανεπιστήμια, μου πωλούν τη δυνατότητα να τύχω καλύτερων προοπτικών σ' έναν κόσμο που από μακριά φαντάζει όμορφος.
«Βρισκόμαστε όλοι στον υπόνομο, αλλά μερικοί από εμάς κοιτάνε τ' αστέρια», έγραφε κάποτε ο μεγάλος ποιητής Όσκαρ Ουάιλντ. Άραγε αυτό κάνει κάποιους ανθρώπους να ξεχωρίζουν; Οι πόλεις μπορεί να υψώνονται στον ουρανό όλο και περισσότερο, αλλά εμένα μου μοιάζουν τεράστια χέρια που προσπαθούν να κρατηθούν από κάπου, για να μη βουλιάξει το σώμα της πόλης. Μαζί της κι εμείς. Είναι η αγωνία μας να υψωθούμε προς κάτι πιο πάνω από το κεφάλι μας.
Το μυρμήγκι στον μύθο του Αισώπου που μαζεύει την τροφή του και την αποθηκεύει σε λαγούμια μέσα στο χώμα, είναι το πρότυπο μιας αποταμίευσης για το μέλλον. Όμως το μυρμήγκι παραμένει μέσα στο χώμα χωρίς να μπορεί να έχει μια διαφορετική άποψη του κόσμου του. Ο τζίτζικας, είναι ο ρέμπελος της υπόθεσης. Όλη μέρα στο τραγούδι και τον αέρα από δέντρο σε δέντρο. Όμως ο τζίτζικας μπορεί και πετά. Ο τζίτζικας μπορεί να έχει μια διαφορετική άποψη για τον κόσμο από αυτήν του μυρμηγκιού.
Οι έγχρωμες οθόνες κλέβουν τα μάτια μου και με οδηγούν μακριά από μένα. Παράταιρος μοιάζω σ' έναν κόσμο που δεν με αφομοιώνει. Προσπαθώ να πετάξω όπως ο τζίτζικας, αλλά δεν ξέρω να τραγουδώ. Προσπαθώ να αποταμιεύσω όπως το μυρμήγκι, αλλά σιχαίνομαι το χώμα που με πλακώνει. Μετέωρος, αναζητώ λεκτικά σχήματα για να εκφράσω την αγωνία μου. Πρέπει να σπάσω τα τείχη που με πλακώνουν για να πολεμήσω τη βαρβαρότητα που με περιβάλλει.
Καθημερινός αναχωρητής στο είδωλο μιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας!
ΞΥΠΝΩ κάθε πρωί , έτοιμος ν' αφομιώσω τη ζωή. Έτοιμος ν'
ανοίξω το μυαλό μου όπως ανοίγουν τα παράθυρα οι νοικοκυρές ν'
αερίσουν το σπίτι το πρωί, για να δεχθώ το φως της νέας ημέρας,
τους ήχους, τις εικόνες, τα γεγονότα. Ν' αφήσω τα πόδια μου να
κινηθούν, να προσαρμοστούν στον ασφαλτοτάπητα τής πόλης μου. Να
δεχθώ τους ερεθισμούς όσων βλέπουν τα μάτια μου και όσο ακούν τ'
αυτιά μου και να τ' αφομοιώσω ως παθητικός καπνιστής!
Ιστορίες ξεχασμένες στον τοίχο οι ημέρες του ζεστού
καλοκαιριού που αφήσαμε πίσω μας, καθώς το γλυκό αεράκι του
Σεπτέμβρη ξεφυλλίζει το ωρολόγιο σχολικό πρόγραμμα. Σεπτέμβριος και
νοσταλγία πάνε μαζί, λένε. Ο καιρός αλλάζει συνεχώς προς το
φθινόπωρο. Οι βροχές θα μαζέψουν πάλι την προβληματική μας
καθημερινότητα και θα μας πλημμυρίσουν με τις χειμωνιάτικες
δυσκολίες που πλησιάζουν.